Eίδαμε το «Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ - Mία παράσταση, δύο οπτικές

 


Eίδαμε το «Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη με την ομάδα ΝΑΜΑ.

Στη σκηνή, δύο σκηνικά, τα σπίτια δύο οικογενειών, το ένα στην Καλιφόρνια και το άλλο στην Μοντάνα, κοντά σε δάσος. Δύο οικογένειες εξίσου δυσλειτουργικές, εξίσου οικείες. Εξίσου πατριαρχικές, ακόμα κι αν στη μία ο πατέρας έχει πεθάνει, έχει αφήσει το στίγμα του ανεξίτηλο.  Δύο διαφορετικές εικόνες του διαλυμένου “Αμερικανικού Ονείρου”



Τα παιδιά αν και αρκετά μεγάλα, μένουν με την οικογένεια, παραμένουν εξαρτημένα, ανώριμα, ψυχικά άρρωστα. 

Η βία είναι “κανονικότητα” αλλά δεν είναι σωματική, είναι η βία που στηρίζεται στον φόβο και αναγκάζει το “θύμα” να υπακούσει. Ο φόβος είναι συνέχεια παρών, υπόκωφος, διακριτικός . Δεν μας επιτρέπει να αντιδράσουμε, μας παραλύει.

Τα μέλη της οικογένειας εντελώς αποξενωμένα μεταξύ τους, η επικοινωνία γίνεται με φωνές και θυμό, στοργή και τρυφερότητα ανύπαρκτα Εκτός από τη μητέρα της Μπεθ η οποία ευγενής και γλυκομίλητη επιμένει σε μια επίφαση οικογενειακής ηρεμίας. 

Η επιλεκτική μνήμη (ή αμνησία) και το ψέμα είναι η τελευταία άμυνα του μυαλού. Για να μην υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει την αλήθεια, για να γλιτώσει από τον πανικό. Ο Τζέικ δεν θυμάται πως πέθανε ο πατέρας του αν και ήταν παρών, οι μάνες δεν θυμούνται τους γάμους των παιδιών τους.

Είναι οι Αμερικάνοι που απλά υπάρχουν, δίχως σκοπό και δίχως σκέψη, υπερασπιζόμενοι μια
οικογένεια που μόνο κατ' όνομα είναι οικογένεια, που φοράν τη σημαία σαν τρόπαιο, που “σεβόμενοι”
την σημαία νιώθουν ότι έχουν εκπληρώσει ένα ύψιστο καθήκον.

Είναι αυτοί που ψηφίζουν Τραμπ, είναι αυτοί που ζουν σταθερά στο ψέμα του μυαλού τους. 

Οι ερμηνείες πολύ καλές, τα σκηνικά εξαιρετικά. 

Η παράσταση δεν σε παρασύρει σε πρόσκαιρα συναισθήματα, σε βάζει σε σκέψεις. Εξηγεί χωρίς να διδάσκει και γι αυτό συνιστάται η θέαση της

Ανδρομάχη Καραγιαννίδου


Παρακολουθήσαμε την θεατρική παράσταση “Το ψέμα του μυαλού” του Σαμ Σέπαρντ (γραμμένο το 1985), σε σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη, στο Σύγχρονο Θέατρο.

Το έργο αναπτύσσεται σε δύο σκηνικά, σε διαφορετικούς τόπους στην Αμερική. Η ιστορία ξεκινάει με την καταστροφική σχέση ενός ζευγαριού του Τζέικ και της Μπεθ. Εκείνος, πεπεισμένος ότι η γυναίκα του τον έχει απατήσει, την ξυλοκοπεί άγρια, μέχρι που πιστεύει ότι την έχει σκοτώσει. Στο ένα σκηνικό ο Τζέικ αυτό το ομολογεί στον αδελφό του Φράνκι.

Στο άλλο σκηνικό, με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις η Μπεθ πρώτα στο νοσοκομείο και μετά στο σπίτι επιβιώνει μαζί με τον πιο ισορροπημένο αδελφό της και τους δύο, στον κόσμο τους, γονείς της. Τα δύο αδέλφια, πρώτα ο Φράνκι και μετά ο Τζέικ θα κινήσουν από την Καλιφόρνια για να αναζητήσουν την τύχη της επιζώσας αλλά πλέον ανάπηρης, Μπεθ στο σπίτι των γονιών της, στην ορεινή Μοντάνα. 

Ζούμε μια πορεία τρέλας και αποξένωσης ανάμεσα σε δύο οικογένειες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Στα δύο σκηνικά “παίζεται” παράλληλα ένα σκοτεινό, οικογενειακό δράμα, με κακοποίηση - λεκτική και ψυχική, πλήρη αποξένωση, φοβίες, άγριο χιούμορ, έλλειψη αγάπης και απώλεια μνήμης, αποδιδόμενο με άρτιες ερμηνείες, που ισορροπούν μεταξύ ωμού ρεαλισμού και παράνοιας. 

Ο καθένας τους, από τις δύο κατεστραμμένες οικογένειες, κατασκευάζει “ψέματα του μυαλού” για να μπορέσει να επιβιώσει από τον πόνο και την σκληρή, πικρή αλήθεια.

Το κείμενο, κατά τα γνωστά, μας ανακυκλώνει την “κατεστραμμένη αμερικανική οικογένεια”, εδώ στα πλαίσια της επαρχίας της, χωρίς όμως να μας προσφέρει κάτι το ουσιαστικά καινούργιο. Το θεατρικό έργο ήταν επίσης αρκετά εκτενές, με κουραστικές παύσεις, που διέκοπταν τον ρυθμό της αφήγησης, την ενσυναίσθηση, ενώ δημιουργούσαν και μια αίσθηση αποξένωσης.

Η σκηνοθετική προσέγγιση αυτού του έργου είχε αδυναμία στον έλεγχο της διάρκειας της παράστασης. Σ’ αυτή την παράσταση, η σκηνοθέτιδα δεν μπόρεσε να  “κουμαντάρει” σωστά και με δεξιοτεχνία  τις σκηνές, ώστε η σκηνική ροή να είναι ακούραστη. Σε αρκετά σημεία κατά την διάρκειά της, η παράσταση δυστυχώς ήταν στατική και μονότονη.

Και μέσα σ’ όλα είχαμε σε περίοπτη θέση και την Αμερικάνικη σημαία. Να την διπλώνουμε ευλαβικά, προσεκτικά, ως ιερό πανί, από τους γονείς της Μπεθ, όταν ο κόσμος γύρω τους καιγόταν ή να την φοράμε ως μπέρτα ως ο Σούπερμαν Τζέικ. 

Τέλος όμως η παράσταση μας προβλημάτισε διπλά. Αρχικά, για το όλο αυτό το ψέμα που κατά κόρον κυκλοφορεί ανάμεσά μας από τα fake news. Δεν γνωρίζουμε σήμερα τι να πιστέψουμε. Η υπερπληροφόρηση κι η καχυποψία συνυπάρχουν. 

Η αλήθεια γίνεται αμφισβητήσιμη, αλλά κάπου σίγουρα υπάρχει, γι΄αυτό την ψάχνουμε και την διασταυρώνουμε. Κατά δεύτερον, για εκείνο το ψέμα που εμείς καταστρώνουμε και διατηρούμε σαν τη δική μας αλήθεια στο μυαλό μας, για να καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε τον πόνο και τις δυσκολίες στη ζωή μας.

Το κείμενο και η σκηνοθεσία αυτής της παράστασης δεν με άγγιξαν. Οι ερμηνείες όμως όλων ήταν πολύ καλές, με ιδιαίτερη αναφορά στην ερμηνευτική δεινότητα της μητέρας της Μπεθ, της Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη. 

Ποτέ, μα ποτέ δεν υπάρχει χρόνος χαμένος στην παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης. Ο καθένας μας κάτι διαφορετικό πάντα μπορεί να αποκομίσει.

Μάνια Μαρκαντώνη

Comments